Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Option
[gender: feminine]
01
επιλογή, δυνατότητα
Eine Möglichkeit oder Alternative, die zur Verfügung steht und gewählt werden kann
Παραδείγματα
Im dritten Studienjahr gibt es frei wählbare Optionen.
Στο τρίτο έτος σπουδών, υπάρχουν ελεύθερα επιλέξιμες επιλογές.


























