die Option
Pronunciation
/ɔpˈt͡si̯oːn/

Ορισμός και σημασία του "option"στα γερμανικά

01

επιλογή, δυνατότητα

Eine Möglichkeit oder Alternative, die zur Verfügung steht und gewählt werden kann
die Option definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Option
πληθυντικός τύπος
Optionen
Παραδείγματα
Im dritten Studienjahr gibt es frei wählbare Optionen.
Στο τρίτο έτος σπουδών, υπάρχουν ελεύθερα επιλέξιμες επιλογές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store