die option
option
ɔpʦi̯o:n
awptsion

Ορισμός και σημασία του "option"στα γερμανικά

01

επιλογή, δυνατότητα

Eine Möglichkeit oder Alternative, die zur Verfügung steht und gewählt werden kann 
die Option definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Optionen
γενική πτώση
Option
Παραδείγματα
Sie hat die Option, den Vertrag zu verlängern oder zu kündigen. 

Έχει την επιλογή να παρατείνει ή να λύσει τη σύμβαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

option
opt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store