Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nötig
01
απαραίτητος, απαραίτητος
Erforderlich oder unverzichtbar für etwas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
nötigsten
συγκριτικός βαθμός
nötiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Mit nötiger Vorsicht vorgehen.
Προχωρήστε με απαραίτητη προσοχή.



























