nötig
Pronunciation
/ˈnøːtɪç/

Ορισμός και σημασία του "nötig"στα γερμανικά

nötig
[comparative form: nötiger][superlative form: nötigsten]
01

απαραίτητος, απαραίτητος

Erforderlich oder unverzichtbar für etwas
nötig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
nötigsten
συγκριτικός βαθμός
nötiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Mit nötiger Vorsicht vorgehen.
Προχωρήστε με απαραίτητη προσοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store