Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nähen
[past form: nähte]
01
ράβω, κάνω ράψιμο
Mit Nadel und Faden Stoffe oder Materialien verbinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nähe
γ΄ ενικό πρόσωπο
näht
ενεστώτα μετοχή
nähend
απλός αόριστος
nähte
παθητική μετοχή
genäht
Παραδείγματα
Wir nähen gemeinsam an einem Quilt.
Ράβουμε μαζί ένα πάπλωμα.



























