nähen
Pronunciation
/ˈnɛːən/

Ορισμός και σημασία του "nähen"στα γερμανικά

nähen
[past form: nähte]
01

ράβω, κάνω ράψιμο

Mit Nadel und Faden Stoffe oder Materialien verbinden
nähen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nähe
γ΄ ενικό πρόσωπο
näht
ενεστώτα μετοχή
nähend
απλός αόριστος
nähte
παθητική μετοχή
genäht
Παραδείγματα
Wir nähen gemeinsam an einem Quilt.
Ράβουμε μαζί ένα πάπλωμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store