Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Nutztier
[gender: neuter]
01
ζώο αγροκτήματος, κατοικίδιο ζώο
Ein Tier, das vom Menschen gezüchtet und genutzt wird, z.B. für Nahrung, Arbeit oder andere Produkte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Nutztier(e)s
πληθυντικός τύπος
Nutztiere
Παραδείγματα
Die Zahl der Nutztiere hat sich verdoppelt.
Ο αριθμός των ζώων εκτροφής έχει διπλασιαστεί.



























