Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
notieren
01
σημειώνω, καταγράφω
Informationen schriftlich festhalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
notiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
notiert
ενεστώτα μετοχή
notierend
απλός αόριστος
notierte
παθητική μετοχή
notiert
Παραδείγματα
Bitte notieren Sie die Adresse!
Παρακαλώ σημειώστε τη διεύθυνση !



























