die nonne
no
ˈnɔ
naw
nne
wonnesonnetonne

Ορισμός και σημασία του "nonne"στα γερμανικά

01

μοναχή, καλόγρια

Eine Frau, die in einem Kloster lebt und sich dem religiösen Leben widmet 
die Nonne definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Nonne
πληθυντικός τύπος
Nonnen
Παραδείγματα
Die Nonne betet jeden Tag in der Kapelle. 

Η μοναχή προσεύχεται κάθε μέρα στο παρεκκλήσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store