Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Norden
[gender: masculine]
01
βορράς, βορράς
Eine Himmelsrichtung, oben auf der Landkarte
Παραδείγματα
Mein Haus liegt im Norden der Stadt.
Το σπίτι μου βρίσκεται στο βορρά της πόλης.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
βορράς, βορράς