Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nonverbal
01
μη λεκτικός
Ohne Worte, durch Gesten, Mimik oder Körpersprache ausgedrückt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Durch nonverbale Hinweise verstand ich, dass etwas nicht stimmte.
Μέσω μη λεκτικών ενδείξεων, κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Λεξικό Δέντρο
nonverbal
verbal
verb



























