Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nennen
01
ονομάζω, καλώ
Eine Person oder Sache mit einem bestimmten Namen bezeichnen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nenne
γ΄ ενικό πρόσωπο
nennt
ενεστώτα μετοχή
nennend
απλός αόριστος
nannte
παθητική μετοχή
genannt
Παραδείγματα
Man nennt ihn Peter.
Τον λένε Πίτερ.
02
αναφέρω, αναδεικνύω
Etwas erwähnen oder auf etwas aufmerksam machen
Παραδείγματα
Er nennt viele Beispiele.
Αυτός αναφέρει πολλά παραδείγματα.
03
αυτοαποκαλούμαι
Sich selbst mit einem bestimmten Namen bezeichnen
Παραδείγματα
Er nennt sich Max.
Αυτός αποκαλεί τον εαυτό του Max.



























