nachvollziehen
Pronunciation
/ˈnaːxfɔlˌt͡siːən/

Ορισμός και σημασία του "nachvollziehen"στα γερμανικά

nachvollziehen
01

κατανοώ, αντιλαμβάνομαι

Etwas gedanklich verstehen oder nachvollziehen können
nachvollziehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
nach
βασικό ρήμα
vollziehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vollziehe nach
γ΄ ενικό πρόσωπο
vollzieht nach
ενεστώτα μετοχή
nachvollziehend
απλός αόριστος
vollzog nach
παθητική μετοχή
nachvollzogen
Παραδείγματα
Manche wissenschaftlichen Theorien sind schwer nachzuvollziehen.
Ορισμένες επιστημονικές θεωρίες είναι δύσκολο να κατανοηθούν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store