Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nachvollziehen
01
κατανοώ, αντιλαμβάνομαι
Etwas gedanklich verstehen oder nachvollziehen können
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
nach
βασικό ρήμα
vollziehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vollziehe nach
γ΄ ενικό πρόσωπο
vollzieht nach
ενεστώτα μετοχή
nachvollziehend
απλός αόριστος
vollzog nach
παθητική μετοχή
nachvollzogen
Παραδείγματα
Manche wissenschaftlichen Theorien sind schwer nachzuvollziehen.
Ορισμένες επιστημονικές θεωρίες είναι δύσκολο να κατανοηθούν.



























