Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Nachlässigkeit
01
αμέλεια, απροσεξία
Mangel an Sorgfalt oder Aufmerksamkeit bei der Erfüllung von Aufgaben oder Pflichten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Nachlässigkeit
πληθυντικός τύπος
Nachlässigkeiten
Παραδείγματα
Nachlässigkeit bei den Hausaufgaben führt zu schlechten Noten.
Η αμέλεια στις εργασίες οδηγεί σε κακούς βαθμούς.



























