Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Nachhilfe
01
ιδιαίτερα μαθήματα, επίδομα διδασκαλία
Eine private Unterrichtsstunde, die zusätzlich zum normalen Unterricht gegeben wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Nachhilfen
γενική πτώση
Nachhilfe
Παραδείγματα
Ich nehme Nachhilfe in Mathe.
Παίρνω ιδιαίτερα μαθήματα στα μαθηματικά.
LanGeek



























