die nachhilfe
nach
ˈna:x
nakh
hil
ˌhɪl
hil
fe

Ορισμός και σημασία του "nachhilfe"στα γερμανικά

01

ιδιαίτερα μαθήματα, επίδομα διδασκαλία

Eine private Unterrichtsstunde, die zusätzlich zum normalen Unterricht gegeben wird 
die Nachhilfe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Nachhilfen
γενική πτώση
Nachhilfe
Παραδείγματα
Ich nehme Nachhilfe in Mathe. 

Παίρνω ιδιαίτερα μαθήματα στα μαθηματικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store