die Nachhilfe
Pronunciation
/ˈnaːχˌhɪlfə/

Ορισμός και σημασία του "nachhilfe"στα γερμανικά

Die Nachhilfe
[gender: feminine]
01

ιδιαίτερα μαθήματα, επίδομα διδασκαλία

Eine private Unterrichtsstunde, die zusätzlich zum normalen Unterricht gegeben wird
die Nachhilfe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Nachhilfe
πληθυντικός τύπος
Nachhilfen
Παραδείγματα
Die Nachhilfe findet einmal pro Woche statt.
Το φροντιστήριο πραγματοποιείται μία φορά την εβδομάδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store