Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Nachhilfe
[gender: feminine]
01
ιδιαίτερα μαθήματα, επίδομα διδασκαλία
Eine private Unterrichtsstunde, die zusätzlich zum normalen Unterricht gegeben wird
Παραδείγματα
Die Nachhilfe findet einmal pro Woche statt.
Το φροντιστήριο πραγματοποιείται μία φορά την εβδομάδα.


























