die mündung
mün
ˈmʏn
mun
dung
dʊng
doong
gründungbegründungentzündung

Ορισμός και σημασία του "mündung"στα γερμανικά

01

εκβολή, εστιαρίο

Der Bereich, an dem ein Fluss in ein größeres Gewässer mündet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Mündungen
γενική πτώση
Mündung
Παραδείγματα
An der Mündung ist der Fluss am breitesten. 

Στο στόμιο, ο ποταμός είναι ο πιο πλατύς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store