mündlich
münd
ˈmʏnt
munt
lich
lɪç
lich
gründlich

Ορισμός και σημασία του "mündlich"στα γερμανικά

01

προφορικός, λεκτικός

Auf das Sprechen bezogen 
mündlich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Prüfung besteht aus einem schriftlichen und einem mündlichen Teil. 

Η εξέταση αποτελείται από ένα γραπτό και ένα προφορικό μέρος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store