mündlich
Pronunciation
/ˈmʏntˌlɪç/

Ορισμός και σημασία του "mündlich"στα γερμανικά

01

προφορικός, λεκτικός

Auf das Sprechen bezogen
mündlich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die mündliche Prüfung findet nächste Woche statt.
Η προφορική εξέταση θα πραγματοποιηθεί την επόμενη εβδομάδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store