der mut
mut
mu:t
moot

Ορισμός και σημασία του "mut"στα γερμανικά

01

θάρρος, γενναιότητα

Die innere Stärke, in einer schwierigen oder gefährlichen Situation das Richtige zu tun 
der Mut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Mut(e)s
Παραδείγματα
Sie hatte den Mut, die Wahrheit zu sagen. 

Είχε το θάρρος να πει την αλήθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store