der Mut
Pronunciation
/muːt/

Ορισμός και σημασία του "mut"στα γερμανικά

01

θάρρος, γενναιότητα

Die innere Stärke, in einer schwierigen oder gefährlichen Situation das Richtige zu tun
der Mut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Mut(e)s
Παραδείγματα
Der Mut verließ ihn in letzter Sekunde.
Το θάρρος τον εγκατέλειψε στο τελευταίο δευτερόλεπτο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store