das mittel
mittel
mɪtl
mitl
mistel

Ορισμός και σημασία του "mittel"στα γερμανικά

01

εργαλείο, όργανο

Etwas, womit man etwas macht oder erreicht 
das Mittel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Mittel
γενική πτώση
Mittels
Παραδείγματα
Das Mittel hilft beim Arbeiten. 

Το εργαλείο βοηθά στη δουλειά.

02

φάρμακο, θεραπευτικό μέσο

Etwas, das Krankheiten heilt 
das Mittel definition and meaning
Παραδείγματα
Das Mittel hilft gegen Kopfweh. 

Το φάρμακο βοηθάει κατά του πονοκεφάλου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store