Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Mittel
01
εργαλείο, όργανο
Etwas, womit man etwas macht oder erreicht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Mittel
γενική πτώση
Mittels
Παραδείγματα
Das Mittel hilft beim Arbeiten.
Το εργαλείο βοηθά στη δουλειά.
02
φάρμακο, θεραπευτικό μέσο
Etwas, das Krankheiten heilt
Παραδείγματα
Das Mittel hilft gegen Kopfweh.
Το φάρμακο βοηθάει κατά του πονοκεφάλου.
LanGeek



























