Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mitteilen
01
ενημερώνω, ανακοινώνω
Jemandem etwas sagen oder informieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
mit
βασικό ρήμα
teilen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
teile mit
γ΄ ενικό πρόσωπο
teilt mit
ενεστώτα μετοχή
mitteilend
απλός αόριστος
teilte mit
παθητική μετοχή
mitgeteilt
Παραδείγματα
Sie hat mir gestern etwas Persönliches mitgeteilt.
Μου ενημέρωσε κάτι προσωπικό χθες.
Λεξικό Δέντρο
mitteilen
mit
teilen



























