Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
missglücken
01
nicht gelingen oder nicht zum gewünschten Ergebnis führen , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
αχώριστο
μόριο
miss
βασικό ρήμα
glücken
βοηθητικό ρήμα
sein
απλός αόριστος
missglückte
παθητική μετοχή
missglückt
Παραδείγματα
Der erste Versuch, das Feuer anzuzünden, missglückte.
LanGeek



























