Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mieten
[past form: mietete]
01
νοικιάζω, ενοικιάζω
Etwas für eine bestimmte Zeit gegen Bezahlung nutzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
miete
γ΄ ενικό πρόσωπο
mietet
ενεστώτα μετοχή
mietend
απλός αόριστος
mietete
παθητική μετοχή
gemietet
Παραδείγματα
Kannst du ein Fahrrad mieten?
Μπορείς να νοικιάσεις ποδήλατο;



























