mieten
Pronunciation
/ˈmiːtən/

Ορισμός και σημασία του "mieten"στα γερμανικά

mieten
[past form: mietete]
01

νοικιάζω, ενοικιάζω

Etwas für eine bestimmte Zeit gegen Bezahlung nutzen
mieten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
miete
γ΄ ενικό πρόσωπο
mietet
ενεστώτα μετοχή
mietend
απλός αόριστος
mietete
παθητική μετοχή
gemietet
Παραδείγματα
Kannst du ein Fahrrad mieten?
Μπορείς να νοικιάσεις ποδήλατο;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store