der mietwagen
mietwagen
mi:tva:gng
mitvagng

Ορισμός και σημασία του "mietwagen"στα γερμανικά

01

ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο, οχήματα ενοικίασης

Ein Auto, das man für eine bestimmte Zeit mietet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Mietwagen
γενική πτώση
Mietwagens
Παραδείγματα
Wir haben einen Mietwagen für den Urlaub gebucht. 

Κλείσαμε ένα ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο για τις διακοπές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store