der meister
meister
maɪstɐ
maist

Ορισμός και σημασία του "meister"στα γερμανικά

01

πρωταθλητής, μάστερ

Eine Person, die in einem Sport oder Wettbewerb den ersten Platz erreicht hat 
der Meister definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Meister
αρσενικό ενικό
Meister
θηλυκό ενικό
Meisterin
neutral form
Gewinner
γενική πτώση
Meisters
Παραδείγματα
Der Meister gewann das Fußballturnier. 

Ο μάστερ κέρδισε το τουρνουά ποδοσφαίρου.

02

μαέστρος τεχνίτης, ειδικευμένος τεχνίτης

Eine Person mit einem Fachabschluss, die handwerklich besonders qualifiziert ist 
der Meister definition and meaning
Παραδείγματα
Der Meister arbeitet in einer Werkstatt. 

Ο μάστορας εργάζεται σε ένα εργαστήριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store