der Meilenstein
Pronunciation
/ˈmaɪ̯lənˌʃtaɪ̯n/

Ορισμός και σημασία του "meilenstein"στα γερμανικά

Der Meilenstein
[gender: masculine]
01

ορόσημο, σημαντικό γεγονός

Ein bedeutendes Ereignis oder Ergebnis, das einen Fortschritt oder Wendepunkt markiert
der Meilenstein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Meilenstein(e)s
πληθυντικός τύπος
Meilensteine
Παραδείγματα
Der erste Schritt auf dem Mond war ein Meilenstein für die Menschheit.
Το πρώτο βήμα στη Σελήνη ήταν ένα ορόσημο για την ανθρωπότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store