Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Meilenstein
01
ορόσημο, σημαντικό γεγονός
Ein bedeutendes Ereignis oder Ergebnis, das einen Fortschritt oder Wendepunkt markiert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Meilensteine
γενική πτώση
Meilenstein(e)s
Παραδείγματα
Die Erfindung des Internets war ein Meilenstein der Technikgeschichte.
Η εφεύρεση του Διαδικτύου ήταν ένα ορόσημο στην ιστορία της τεχνολογίας.
LanGeek



























