Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Meilenstein
[gender: masculine]
01
ορόσημο, σημαντικό γεγονός
Ein bedeutendes Ereignis oder Ergebnis, das einen Fortschritt oder Wendepunkt markiert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Meilenstein(e)s
πληθυντικός τύπος
Meilensteine
Παραδείγματα
Der erste Schritt auf dem Mond war ein Meilenstein für die Menschheit.
Το πρώτο βήμα στη Σελήνη ήταν ένα ορόσημο για την ανθρωπότητα.



























