Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meinen
01
εννοώ, σημαίνω
Eine Meinung, Absicht oder Bedeutung mit Worten ausdrücken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
meine
γ΄ ενικό πρόσωπο
meint
ενεστώτα μετοχή
meinend
απλός αόριστος
meinte
παθητική μετοχή
gemeint
Παραδείγματα
Er hat es nicht böse gemeint.
Δεν το εννοούσε με κακό τρόπο.



























