meinen
Pronunciation
/ˈmaɪ̯nən/

Ορισμός και σημασία του "meinen"στα γερμανικά

meinen
01

εννοώ, σημαίνω

Eine Meinung, Absicht oder Bedeutung mit Worten ausdrücken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
meine
γ΄ ενικό πρόσωπο
meint
ενεστώτα μετοχή
meinend
απλός αόριστος
meinte
παθητική μετοχή
gemeint
Παραδείγματα
Er hat es nicht böse gemeint.
Δεν το εννοούσε με κακό τρόπο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store