meinen
meinen
maɪ̯nən
mainēn
meiden

Ορισμός και σημασία του "meinen"στα γερμανικά

meinen
01

εννοώ, σημαίνω

Eine Meinung, Absicht oder Bedeutung mit Worten ausdrücken 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
meine
γ΄ ενικό πρόσωπο
meint
ενεστώτα μετοχή
meinend
απλός αόριστος
meinte
παθητική μετοχή
gemeint
Παραδείγματα
Was meinst du damit? 

Τι εννοείς με αυτό;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store