Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mehrsprachig
01
πολύγλωσσος, πολυγλωσσικός
Die Fähigkeit besitzend, mehrere Sprachen zu sprechen oder in mehreren Sprachen verfasst
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am mehrsprachigsten
συγκριτικός βαθμός
mehrsprachiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Schweiz ist ein mehrsprachiges Land.
Η Ελβετία είναι μια πολύγλωσση χώρα.



























