Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mehrsprachig
01
πολύγλωσσος, πολυγλωσσικός
Die Fähigkeit besitzend, mehrere Sprachen zu sprechen oder in mehreren Sprachen verfasst
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am mehrsprachigsten
συγκριτικός βαθμός
mehrsprachiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Kinder aus mehrsprachigen Familien haben oft kognitive Vorteile.
Τα παιδιά από πολύγλωσσες οικογένειες έχουν συχνά γνωστικά πλεονεκτήματα.



























