Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Medium
01
μέσο
Ein Träger oder Verbreitungskanal von Informationen, Nachrichten oder kulturellen Inhalten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Mediums
πληθυντικός τύπος
Medien
Παραδείγματα
Soziale Medien verändern die politische Diskussion.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλάζουν την πολιτική συζήτηση.
02
μέσο, μεσάζων
Ein Hilfsmittel oder Vermittler zur Erreichung eines Ziels
Παραδείγματα
Wasser ist das Medium für diese chemische Reaktion.
Το νερό είναι το μέσο για αυτή τη χημική αντίδραση.
03
μέσο, υπόστρωμα
Eine Umgebung oder Substanz, in der etwas existiert oder sich ausbreitet
Παραδείγματα
Bakterien wachsen in diesem Nährmedium optimal.
Τα βακτήρια αναπτύσσονται βέλτιστα σε αυτό το μέσο καλλιέργειας.



























