das meer
meer
me:ɐ̯
me
meyermetermeier

Ορισμός και σημασία του "meer"στα γερμανικά

01

θάλασσα, ωκεανός

Eine große Fläche Salzwasser 
das Meer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Meere
γενική πτώση
Meer(e)s
Παραδείγματα
Das Meer ist heute ruhig. 

Η θάλασσα είναι ήρεμη σήμερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store