Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meckern
[past form: meckerte]
01
βελάζω, κάνω το χαρακτηριστικό ήχο της κατσίκας
den typischen Laut einer Ziege von sich geben
Παραδείγματα
Die Kinder lachen, wenn die Ziegen meckern.
Τα παιδιά γελούν όταν οι κατσίκες βελάζουν.
02
γκρινιάζω, παραπονιέμαι
sich ständig und oft grundlos beschweren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
meckere
γ΄ ενικό πρόσωπο
meckert
ενεστώτα μετοχή
meckernd
απλός αόριστος
meckerte
παθητική μετοχή
gemeckert
Παραδείγματα
Warum meckerst du schon wieder?
Γιατί γκρινιάζεις πάλι;



























