Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meckern
01
βελάζω, κάνω το χαρακτηριστικό ήχο της κατσίκας
den typischen Laut einer Ziege von sich geben
Παραδείγματα
Die Ziegen meckern auf der Weide.
Οι κατσίκες βελάζουν στο λιβάδι.
02
γκρινιάζω, παραπονιέμαι
sich ständig und oft grundlos beschweren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
meckere
γ΄ ενικό πρόσωπο
meckert
ενεστώτα μετοχή
meckernd
απλός αόριστος
meckerte
παθητική μετοχή
gemeckert
Παραδείγματα
Er meckert immer über das Wetter.
Πάντα γκρινιάζει για τον καιρό.



























