Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maßvoll
01
μετριοπαθής, μετρημένος
In angemessenem, nicht übertriebenem Umfang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am maßvollsten
συγκριτικός βαθμός
maßvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Verhalten, Lebensstil, Ernährung
Παραδείγματα
Eine maßvolle Ernährung ist gesund.
Μια μετριοπαθής διατροφή είναι υγιεινή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
maßvoll
maß
voll



























