maßvoll
maßvoll
ma:sfɔl
masfawl

Ορισμός και σημασία του "maßvoll"στα γερμανικά

01

μετριοπαθής, μετρημένος

In angemessenem, nicht übertriebenem Umfang 
maßvoll definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am maßvollsten
συγκριτικός βαθμός
maßvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Verhalten, Lebensstil, Ernährung
Παραδείγματα
Eine maßvolle Ernährung ist gesund. 

Μια μετριοπαθής διατροφή είναι υγιεινή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

maßvoll

maß

+

voll

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store