Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maßvoll
01
μετριοπαθής, μετρημένος
In angemessenem, nicht übertriebenem Umfang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am maßvollsten
συγκριτικός βαθμός
maßvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie äußerte sich maßvoll zur Kritik.
Εκφράστηκε με μέτρο σχετικά με την κριτική.
Λεξικό Δέντρο
maßvoll
maß
voll



























