Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lässig
01
χαλαρός, αβίαστος
Ungezwungen, locker und ohne Formlichkeit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am lässigsten
συγκριτικός βαθμός
lässiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Party hat eine lässige Atmosphäre – keine Krawatten!
Το πάρτι έχει χαλαρή ατμόσφαιρα – χωρίς γραβάτες!
lässig
[comparative form: lässiger][superlative form: lässigsten]
01
χαλαρά, αδιάφορα
Auf ungezwungene Weise
γραμματικές πληροφορίες
υπερθετικός βαθμός
lässigsten
συγκριτικός βαθμός
lässiger
Παραδείγματα
" Das schaff ich im Schlaf ", meinte er lässig.
"Das schaff ich im Schlaf", είπε lässig.



























