die länge
län
ˈlɛn
len
ge
lungelange

Ορισμός και σημασία του "länge"στα γερμανικά

01

μήκος, έκταση

Ausdehnung eines Objekts von einem Ende zum anderen 
die Länge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Längen
γενική πτώση
Länge
Παραδείγματα
Die Länge des Tisches beträgt zwei Meter. 

Το μήκος του τραπεζιού είναι δύο μέτρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store