Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Linie
[gender: feminine]
01
γραμμή, γραμμικό
Eine gerade oder gebogene Markierung oder Verbindung zwischen zwei Punkten
Παραδείγματα
Die Linie zeigt die Grenze.
Η γραμμή δείχνει το όριο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γραμμή, γραμμικό