Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Liniendiagramm
01
γραμμικό διάγραμμα, γραμμικό γράφημα
Ein Diagramm mit Linien, das Daten zeigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
liniendiagramme
γενική πτώση
liniendiagramm(e)s
Παραδείγματα
Das Liniendiagramm zeigt die Entwicklung.
Το γραμμικό διάγραμμα δείχνει την εξέλιξη.



























