linie
li
ˈli:
li
nie
niə
niē

Ορισμός και σημασία του "linie"στα γερμανικά

Die Linie
[gender: feminine]
01

γραμμή, γραμμικό

Eine gerade oder gebogene Markierung oder Verbindung zwischen zwei Punkten
die Linie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Linie
πληθυντικός τύπος
Linien
Παραδείγματα
Die Linie zeigt die Grenze.
Η γραμμή δείχνει το όριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store