Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Linde
01
φλαμουριά, λίντεν
Ein Laubbaum mit herzförmigen Blättern und duftenden Blüten, oft als Straßen- oder Dorfbaum gepflanzt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Linden
γενική πτώση
Linde
Παραδείγματα
Eine alte Linde steht in der Mitte des Dorfplatzes.
Μια λεύκα στέκεται στη μέση της πλατείας του χωριού.



























