limitiert
limitiert
limiti:ɐ̯t
limitit

Ορισμός και σημασία του "limitiert"στα γερμανικά

01

περιορισμένος, περιορισμένος σε όγκο

Mit einer festgesetzten Obergrenze oder Beschränkung versehen 
limitiert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am limitiertesten
συγκριτικός βαθμός
limitierter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Menge, Verfügbarkeit, Ressourcen
Παραδείγματα
Die Parkplätze sind für Besucher limitiert. 

Οι θέσεις στάθμευσης είναι περιορισμένες για τους επισκέπτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store