Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
limitiert
01
περιορισμένος, περιορισμένος σε όγκο
Mit einer festgesetzten Obergrenze oder Beschränkung versehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am limitiertesten
συγκριτικός βαθμός
limitierter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Zugang zu dem Dokument ist passwortlimitiert.
Η πρόσβαση στο έγγραφο περιορίζεται με κωδικό πρόσβασης.



























