Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lieben
01
αγαπώ, λατρεύω
Starke Zuneigung für jemanden oder etwas haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
liebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
liebt
ενεστώτα μετοχή
liebend
απλός αόριστος
liebte
παθητική μετοχή
geliebt
Παραδείγματα
Ich liebe meine Familie.
Αγαπώ την οικογένειά μου.
02
κάνω έρωτα, είμαι σεξουαλικά οικείος
Sexuell intim sein
Παραδείγματα
Sie lieben sich.
Αυτοί αγαπιούνται.



























