lieben
Pronunciation
/ˈliːbən/

Ορισμός και σημασία του "lieben"στα γερμανικά

lieben
01

αγαπώ, λατρεύω

Starke Zuneigung für jemanden oder etwas haben
lieben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
liebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
liebt
ενεστώτα μετοχή
liebend
απλός αόριστος
liebte
παθητική μετοχή
geliebt
Παραδείγματα
Sie liebt es zu reisen.
Αυτή αγαπά να ταξιδεύει.
02

κάνω έρωτα, είμαι σεξουαλικά οικείος

Sexuell intim sein
lieben definition and meaning
Παραδείγματα
Sie lieben sich leidenschaftlich.
Αγαπιούνται** πάθος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store