der lerner
lerner
lɛrnɐ
lern

Ορισμός και σημασία του "lerner"στα γερμανικά

01

μαθητής, φοιτητής

Person, die etwas lernt 
der Lerner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Lerner
αρσενικό ενικό
Lerner
θηλυκό ενικό
Lernerin
neutral form
Lernende(r)
γενική πτώση
Lerners
Παραδείγματα
Der Lerner übt täglich Deutsch. 

Ο μαθητής εξασκείται στα γερμανικά κάθε μέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store