die lektüre
lektüre
lɛkty:ʁɐ
lektyr

Ορισμός και σημασία του "lektüre"στα γερμανικά

01

ανάγνωση, ανάγνωση

Das Lesen eines Textes oder Buches, besonders als Übung oder zur Information 
die Lektüre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Lektüren
γενική πτώση
Lektüre
Παραδείγματα
Die Lektüre dieses Buches hat mir sehr gefallen. 

Η ανάγνωση αυτού του βιβλίου μου άρεσε πολύ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store