Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Lektüre
[gender: feminine]
01
ανάγνωση, ανάγνωση
Das Lesen eines Textes oder Buches, besonders als Übung oder zur Information
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Lektüre
πληθυντικός τύπος
Lektüren
Παραδείγματα
Die Lektüre war schwierig, aber interessant.
Η ανάγνωση ήταν δύσκολη, αλλά ενδιαφέρουσα.



























