Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Leitung
01
διοίκηση, διαχείριση
Die Verantwortung oder Organisation einer Gruppe, eines Projekts oder einer Institution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Leitung
πληθυντικός τύπος
Leitungen
Παραδείγματα
Die Leitung der Schule organisiert das neue Projekt.
Η διοίκηση του σχολείου οργανώνει το νέο έργο.
02
γραμμή, σύνδεση
Eine Verbindung für Telefon- oder Datenübertragung
Παραδείγματα
Die Leitung ist besetzt.
Η γραμμή είναι κατειλημμένη.
03
σωλήνας, αγωγός
Ein Rohr oder Kabel zur Weiterleitung von Flüssigkeit, Gas oder Strom
Παραδείγματα
Die Wasserleitung ist kaputt.
Ο σωλήνας νερού είναι σπασμένος.



























