die leinwand
leinwand
laɛ̯nvant
laenvant

Ορισμός και σημασία του "leinwand"στα γερμανικά

01

καμβάς, ύφασμα ζωγραφικής

Ein Gewebe, das als Malgrund für Öl- oder Acrylfarben dient 
die Leinwand definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Leinwände
γενική πτώση
Leinwand
Παραδείγματα
Der Künstler spannte die Leinwand auf einen Holzrahmen. 

Ο καλλιτέχνης τάνυσε τον καμβά σε ένα ξύλινο πλαίσιο.

02

οθόνη, κουβέρτα

Die Projektionsfläche im Kino 
die Leinwand definition and meaning
Παραδείγματα
Der Film lief auf einer riesigen Leinwand. 

Η ταινία προβλήθηκε σε μια τεράστια οθόνη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store