Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Leinwand
[gender: feminine]
01
καμβάς, ύφασμα ζωγραφικής
Ein Gewebe, das als Malgrund für Öl- oder Acrylfarben dient
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Leinwand
πληθυντικός τύπος
Leinwände
Παραδείγματα
Sie malte ein Ölgemälde auf eine große Leinwand.
Ζωγράφισε ένα έλαιο σε ένα μεγάλο καμβά.
02
οθόνη, κουβέρτα
Die Projektionsfläche im Kino
Παραδείγματα
Sie träumte davon, eines Tages auf der Leinwand zu glänzen.
Ονειρευόταν να λάμψει μια μέρα στην οθόνη.



























