das Leinen
Pronunciation
/ˈlaɪ̯nən/

Ορισμός και σημασία του "leinen"στα γερμανικά

01

λίνο, ύφασμα λίνου

Ein Textilmaterial, das aus den Fasern der Flachspflanze hergestellt wird; oft kühl und strapazierfähig
das Leinen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Leinens
πληθυντικός τύπος
Leinen
Παραδείγματα
Die Bettwäsche besteht aus hochwertigem Leinen.
Η κλινοσκεπάσματα αποτελούνται από υψηλής ποιότητας λίνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store