Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
leihen
01
δανείζω, ενοικιάζω
Etwas für eine bestimmte Zeit jemandem geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
leihe
γ΄ ενικό πρόσωπο
leiht
ενεστώτα μετοχή
leihend
απλός αόριστος
lieh
παθητική μετοχή
geliehen
Παραδείγματα
Die Bibliothek leiht Bücher kostenlos.
Η βιβλιοθήκη δανείζει βιβλία δωρεάν.
02
δανείζομαι, δανείζω
Etwas für eine bestimmte Zeit von jemandem nehmen
Παραδείγματα
Er leiht sich oft Werkzeuge vom Nachbarn.
Συχνά δανείζεται εργαλεία από τον γείτονα.



























