leihen
leihen
laɪ̯ən
laiēn
leinenleitenleimenleiden

Ορισμός και σημασία του "leihen"στα γερμανικά

leihen
01

δανείζω, ενοικιάζω

Etwas für eine bestimmte Zeit jemandem geben 
leihen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
leihe
γ΄ ενικό πρόσωπο
leiht
ενεστώτα μετοχή
leihend
απλός αόριστος
lieh
παθητική μετοχή
geliehen
Παραδείγματα
Ich leihe dir mein Fahrrad. 

Σου δανείζω το ποδήλατό μου.

02

δανείζομαι, δανείζω

Etwas für eine bestimmte Zeit von jemandem nehmen 
leihen definition and meaning
Παραδείγματα
Ich leihe mir ein Buch aus der Bibliothek. 

Δανείζομαι ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store