der lehrer
lehrer
le:rɐ
ler

Ορισμός και σημασία του "lehrer"στα γερμανικά

01

δάσκαλος, καθηγητής

Eine Person, die anderen Wissen in der Schule beibringt 
der Lehrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Lehrer
αρσενικό ενικό
Lehrer
θηλυκό ενικό
Lehrerin
neutral form
Lehrkraft
γενική πτώση
Lehrers
Παραδείγματα
Meine Mutter ist Lehrerin. 

Η μητέρα μου είναι δάσκαλος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store