Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lehrreich
01
διαπαιδαγωγικός, εκπαιδευτικός
Etwas, das nützliches Wissen oder wichtige Erfahrungen vermittelt
Παραδείγματα
Dieses Experiment war für alle Schüler lehrreich.
Αυτό το πείραμα ήταν διαφωτιστικό για όλους τους μαθητές.


























