das Lehramt
Pronunciation
/ˈleːɐ̯ˌʔamt/

Ορισμός και σημασία του "lehramt"στα γερμανικά

Das Lehramt
[gender: neuter]
01

διδασκαλία, επάγγελμα του δασκάλου

Der Berufsstand von Lehrern und Lehrerinnen an Schulen
das Lehramt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Lehramt(e)s
πληθυντικός τύπος
Lehrämter
Παραδείγματα
Digitalisierung stellt das Lehramt vor neue Herausforderungen.
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός θέτει νέες προκλήσεις για το επάγγελμα του δασκάλου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store