Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Lehramt
01
διδασκαλία, επάγγελμα του δασκάλου
Der Berufsstand von Lehrern und Lehrerinnen an Schulen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Lehrämter
γενική πτώση
Lehramt(e)s
Παραδείγματα
Sie übt das Lehramt seit 15 Jahren an einer Grundschule aus.
Το επάγγελμα του δασκάλου το ασκεί εδώ και 15 χρόνια σε ένα δημοτικό σχολείο.



























