das lehramt
lehramt
le:ɐ̯ʔamt
leamt

Ορισμός και σημασία του "lehramt"στα γερμανικά

01

διδασκαλία, επάγγελμα του δασκάλου

Der Berufsstand von Lehrern und Lehrerinnen an Schulen 
das Lehramt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Lehrämter
γενική πτώση
Lehramt(e)s
Παραδείγματα
Sie übt das Lehramt seit 15 Jahren an einer Grundschule aus. 

Το επάγγελμα του δασκάλου το ασκεί εδώ και 15 χρόνια σε ένα δημοτικό σχολείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store